βιβλιοθήκη

Δημόσια ή ιδιωτική συλλογή βιβλίων ή χειρογράφων, οργανωμένη με σκοπό τη διατήρησή τους ή τη διευκόλυνση των αναγνωστών να τα συμβουλεύονται και να τα μελετούν. Ο όρος σημαίνει επίσης και τον τόπο όπου φυλάσσονται τα βιβλία, αλλά και –καταχρηστικά– το έπιπλο όπου αποθηκεύονται τα βιβλία. Σήμερα, στις μεγαλύτερες β. υπάρχουν κατά κανόνα δύο τμήματα: το ένα, με τους διάφορους κώδικες και χειρόγραφα, προορίζεται για τη συντήρηση της γνώσης· το άλλο, για τη διάδοση του πνευματικού πολιτισμού σε όλα τα επίπεδα: στον τύπο αυτόν ανήκουν οι εθνικές β. και γενικά οι β. των μεγάλων πολιτιστικών ιδρυμάτων. Αποκλειστικά προορισμένες για τη διάδοση της γνώσης είναι αντίθετα οι λαϊκές β. (κοινοτικές, εργοστασιακές, σχολικές, περιοδεύουσες κλπ.). Εξάλλου όλες σχεδόν οι β. έχουν στη διάθεση των αναγνωστών τα σώματα των καθημερινών εφημερίδων και των περιοδικών (β. περιοδικών εκδόσεων) και οι πιο εκσυγχρονισμένες, εκτός από βιβλία, διαθέτουν ιδιαίτερα τμήματα για την ακρόαση δίσκων, τη μελέτη μικροφίλμ και γενικά ειδικού υλικού. Τα τελευταία χρόνια, οι β. παρέχουν υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας όπως CD-ROM και σύνδεση με το Διαδίκτυο. Ιστορία.Οι αρχαιότερες β. που μας είναι γνωστές ανήκαν στους ανατολικούς πολιτισμούς. Χετταίοι, Ασσυροβαβυλώνιοι, Εβραίοι, Αιγύπτιοι είχαν συγκεντρώσει σε αυτές έγγραφα, θρησκευτικά, νομικά και κάποτε ακόμα και λογοτεχνικά κείμενα. Αν όμως από τις χεττιτικές ή τις ασσυροβαβυλωνιακές β. έφτασαν έως εμάς ολόκληρες συλλογές κειμένων –πολλές χιλιάδες πινακίων από άργιλο με εγχάρακτους σφηνοειδείς χαρακτήρες, ηλικίας ίσως 4.000 ετών– ελάχιστα διασώθηκαν από τα έργα που είχαν συγκεντρωθεί στις β. της αρχαίας Αιγύπτου (όπου ωστόσο ξέρουμε από έμμεσες μαρτυρίες πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη για το βιβλίο), επειδή ο μικρής αντοχής πάπυρος, πάνω στον οποίο είχαν γραφτεί τα κείμενα, δεν έφτασε έως εμάς. Για τον ίδιο λόγο, το μεγαλύτερο μέρος των κλασικών κειμένων που διασώθηκαν μέχρι σήμερα είναι μεταγενέστερα από την ανακάλυψη της περγαμηνής, μολονότι στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η ύπαρξη β. είναι ιστορικώς βεβαιωμένη. Ενώ ο ανατολικός πνευματικός πολιτισμός είχε ως θεματοφύλακες τα μέλη του ιερατείου, ο ελληνικός, o οποίος είχε χαρακτήρα ουσιωδώς μη θρησκευτικό, συγκέντρωνε τα μεγαλύτερης αξίας έργα στις σχολές των φιλοσόφων και πρώτος ο Αριστοτέλης αισθάνθηκε την ανάγκη να συγκεντρώσει και να κατατάξει οργανικά την παραγωγή βιβλίων της εποχής του. Σύμφωνα με την παράδοση, η συλλογή του μοιράστηκε αργότερα στις δύο κυριότερες β. της εποχής (Αλεξάνδρειας και Περγάμου), που ήταν και οι δύο σημαντικότατα κέντρα του ελληνικού πολιτισμού. Την περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης όμως, οι β. αυτές καταστράφηκαν από πυρκαγιές και διαρπαγές και κατέληξαν να πλουτίσουν τις πρώτες ρωμαϊκές β., οι οποίες κατά κύριο λόγο ήταν καρπός λεηλασιών. Στη Ρώμη, o πρώτος που συνέλαβε την ιδέα να δημιουργήσει μια δημόσια β. ήταν o Ιούλιος Καίσαρας, ο οποίος έδωσε τη σχετική εντολή στον Τερέντιο Ουάρονα. Μετά τον θάνατό του, υιοθέτησε το σχέδιο και το έθεσε σε εφαρμογή ο Ασίνιος Πολίων, ο οποίος εγκατέστησε μια δημόσια β. στο αίθριο του ναού της Ελευθερίας στον Αβεντίνο λόφο. Με τη διάδοση του πολιτισμού έγινε ολοένα και πιο αισθητή η ανάγκη της δημιουργίας νέων δημόσιων συλλογών, ελληνικών ή λατινικών· στην περίοδο της αυτοκρατορίας υπήρχαν στη Ρώμη 28 δημόσιες β., από τις οποίες η μεγαλύτερη ήταν η Ουλπία (Ulpia)στην αγορά του Τραϊανού. Ενώ στην Ανατολή αποκτούσε με τον καιρό μεγάλη σπουδαιότητα η β. της Κωνσταντινούπολης, στα ρωμαιοβαρβαρικά έθνη, που δημιουργήθηκαν με την κατάρρευση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το τελευταίο και μοναδικό καταφύγιο του πολιτισμού το αποτελούσαν τα κοινόβια, όπου οι μοναχοί συγκέντρωναν τα κείμενα που χρειάζονταν για τη λατρεία και τη μελέτη. Κοντά στη μοναστηριακή β. υπήρχε το scriptorium, αληθινό εκδοτικό εργοστάσιο, με τη δραστηριότητα του οποίου συνδέεται η ιστορία των μεσαιωνικών β. (αρκεί να αναφερθεί η β. του Μοντεκασίνο) οι οποίες εμφανίζονται πλουσιότερες εκεί όπου ήταν πιο εντατική η δραστηριότητα των μοναχών αντιγραφέων. Τον 6ο αι., ο Ιρλανδός Σαν Κολομπάνο ίδρυσε στο Μπόμπιο, τοποθεσία που του είχαν δωρίσει οι Λογγοβάρδοι, ένα από τα πιο ονομαστά μοναστήρια του κόσμου· ο κατάλογος της πλουσιότατης β. διατηρείται ακόμα στην Αμβροσιανή β. του Μιλάνου. Από τις πολύτιμες συλλογές κωδίκων που φυλάσσονταν σε αυτά και σε πολλά άλλα μοναστήρια, μικρό μέρος σώζεται, ύστερα από τόσους πολέμους. Ανάλογο σχεδόν ξεκίνημα και ιστορία είχαν τους αιώνες αυτούς οι μεσαιωνικές β. σε ολόκληρη την Ευρώπη. Συχνές ήταν επίσης και οι ανταλλαγές βιβλίων, μελετητών και αντιγραφέων, επειδή ένας ήταν ο πολιτισμός και μία η γλώσσα. Μετά το 1000 μ.Χ., παράλληλα με τις μοναστηριακές ιδρύθηκαν και αναπτύχθηκαν στα πρώτα πανεπιστήμια και άλλες β., με συγγράμματα κυρίως νομικά αλλά και θετικών επιστημών, οι οποίες αποκτούσαν ολοένα μεγαλύτερη σπουδαιότητα, είτε διότι είχαν την προστασία των ηγεμονικών αυλών είτε γιατί ανταποκρίνονταν στον νέο τύπο πνευματικής καλλιέργειας, που διαρκώς κατακτούσε έδαφος. Ο ουμανισμός, o οποίος ενίσχυσε την πρόοδο της εκλαΐκευσης, προκάλεσε την παρακμή της β. μοναστηριακού τύπου· οι πρώτες ουμανιστικές β. μπορούν πράγματι να θεωρηθούν πυρήνες των σύγχρονων βιβλιοθηκών. Εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη, η Σφορτσιανή της Παβία, η Μαλατεστιανή της Τσεζένα, η Εστένσε της Φεράρα, η Ουρμπινάτε του Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο, η Γκοζαγκιανή της Μάντοβα, η Λαυρεντιανή της Φλωρεντίας, η Αραγκονέζε της Νάπολης και η Μαρκιανή της Βενετίας. Στη Ρώμη ιδρύθηκε στο μεταξύ η Β. του Βατικανού. Κατά την περίοδο της Αναγέννησης, όμως, το κοινό των β. το αποτελούσε ακόμα ένας αρκετά περιορισμένος αριθμός μελετητών· μόνο με την ανακάλυψη της τυπογραφίας θα φτάσουμε στη β. σύγχρονου τύπου, στην οποία το βιβλίο γίνεται κατά κύριο λόγο εργαλείο κοινής χρήσης. Η παραγωγή των έντυπων έργων προκάλεσε αύξηση του βιβλιακού θησαυρού και ευνόησε την ανάπτυξη των β. Το 1609, ο καρδινάλιος Φεντερίκο Μπορομέο άνοιξε στο κοινό τις πύλες της Αμβροσιανής β. την οποία ίδρυσε ο ίδιος. Στη Ρώμη, το 1614, δόθηκε στη δημόσια χρήση η β. Αγγέλικα, την οποία ακολούθησαν το 1670 η Αλεσαντρίνα, που ίδρυσε ο πάπας Αλέξανδρος Z’ και το 1698 η Καζανατιανή που δημιουργήθηκε με ένα σημαντικό κληροδότημα του καρδιναλίου Καζανάτε. Της ίδιας περιόδου είναι και η Βοδληιανή της Οξφόρδης και η Πανεπιστημιακή του Κέιμπριτζ στην Αγγλία, καθώς και η β. του Μαζαρίνου στο Παρίσι. Τον 17ο αι., ιδρύθηκε επίσης η Εθνική β. του Βερολίνου, την οποία μεγάλωσε αργότερα o Φρειδερίκος ο Μέγας και αριθμεί τώρα 2.000.000 έντυπα και 60.000 χειρόγραφα, μεταξύ των οποίων μέγιστης αξίας είναι τα μουσικά αυτόγραφα των Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν. Τo 1712, o Φίλιππος E’ ίδρυσε την Εθνική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης, ονομαστή ισπανική β., πλούσια σε χειρόγραφα και παλαιά έντυπα. Περίπου στα μέσα του 18ου αι. ιδρύθηκε στο Λονδίνο η β. του Βρετανικού Μουσείου. Στο τέλος του 18ου αι., μετά τη Γαλλική επανάσταση, μεγάλη ώθηση δόθηκε στην οργάνωση των εθνικών β. που αποτέλεσαν τη βάση ενός περισσότερο ενιαίου εθνικού πολιτισμού. Εξαιρετική ανάπτυξη σημείωσε στη Γαλλία η παλαιά β. των βασιλιάδων, η οποία ιδρύθηκε τον 14ο αι., αναδιοργανώθηκε την ίδια περίοδο ως Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και περιλαμβάνει 12.000.000 έντυπα και 130.000 χειρόγραφα. Μάλιστα, το 1998 ανοικοδομήθηκε ένα νέο κτίριο για τη στέγασή της. Ήδη από το 1537 έγινε υποχρεωτική, με διάταγμα, η παραχώρηση δύο αντιτύπων από κάθε εκδιδόμενο βιβλίο στη βασιλική β. Το 1789, έτος του πρώτου Κογκρέσου των ΗΠΑ, ιδρύθηκε η Αμερικανική Εθνική ΒιβλιοθήκηΒιβλιοθήκη του Κογκρέσου (Ουάσινγκτον). Δύο φορές πυρπολήθηκε και δύο φορές ανοικοδομήθηκε. Σήμερα περιλαμβάνει συνολικά 115.000.000 αντικείμενα (17 εκατ. τόμους, 4 εκατ. χάρτες και 50 εκατ. χειρόγραφα) και είναι η περισσότερο εξοπλισμένη και ονομαστή για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών της. Επίσης, διατηρεί ηλεκτρονική (online) βάση δεδομένων, με 12 εκατ. αντικείμενα. Στη Ρωσία, εκτός από την κρατική με 16.000.000 βιβλία και περιοδικά, υπάρχει η Εθνική Βιβλιοθήκη, ουσιαστικά σύγχρονου τύπου, και η β. Σαλτικόφ Στρεντρίν της Πετρούπολης, η οποία αντιπροσωπεύει τη ρωσική φιλολογία όλων των εποχών. Στην Κίνα, η πρώτη δημόσια β. άνοιξε το 1905. Σήμερα, η πιο σημαντική κινεζική β. είναι η Εθνική του Πεκίνου, η οποία περιλαμβάνει πάνω από 2.000.000 τόμους. Στην Ιταλία, η διαίρεση της χώρας σε κρατίδια είχε ευνοήσει τη δημιουργία πολλών και σημαντικών β. στις κυριότερες πόλεις-πρωτεύουσες. Οι σημαντικότερες σήμερα είναι της Φλωρεντίας, η οποία ιδρύθηκε το 1747, και της Ρώμης. Ελληνικές β. Ανάλογη ήταν η εξέλιξη των β. και στον ελληνικό χώρο. Μέχρι τον 7ο αι. υπήρχαν μεγάλες δημόσιες β. στην Αλεξάνδρεια (βλ. λ.), στην Αντιόχεια και στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, οι oποίες καταστράφηκαν μετά την αραβική κατάκτηση. Στην Κωνσταντινούπολη, η β. που ίδρυσε ο Ιουλιανός περιείχε 120.000 τόμους, πριν καταστραφεί από πυρκαγιά το 476. Αργότερα, αξιόλογες συλλογές χειρόγραφων βιβλίων καταρτίζονταν στο πανεπιστήμιο και στα σχολεία του Βυζαντίου, στα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης και προπάντων στα μεγάλα μοναστικά κέντρα (Άγιον Όρος, Πάτμος, Σινά, μονές Στουδίου και Οδηγών στην Κωνσταντινούπολη κλπ.). Σημαντικές ήταν και οι ιδιωτικές β. διαφόρων λογίων, όπως o Φώτιος, ο Αρέθας, ο Κωνσταντίνος o Πορφυρογέννητος, ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης κ.ά. Οι περισσότερες από τις β. αυτές καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν κατά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 και από τους Τούρκους το 1453. Έτσι, οι μόνες αξιόλογες β. που περισώθηκαν ήταν οι μοναστηριακές (Αγίου Όρους, Μετεώρων, Πάτμου κλπ.). Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, οι β. αυτές εξακολούθησαν να εμπλουτίζονται με νέα χειρόγραφα, που αντέγραφαν οι λιγοστοί εγγράμματοι καλόγεροι, με κληροδοτήματα και με αγορές έντυπων βιβλίων, κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου. Αλλά ο ρυθμός της διαρροής και της καταστροφής των βιβλίων –ιδίως των χειρογράφων– ήταν πολύ μεγαλύτερος του ρυθμού των νέων προσκτήσεων. Οι πυρκαγιές ιδίως, συχνότατες στα παλιά μοναστήρια, οι πειρατικές επιδρομές, οι πολεμικές αναστατώσεις, η υγρασία, τα τρωκτικά και η αδιαφορία πολλών μοναχών ήταν οι κυριότερες αιτίες καταστροφής χιλιάδων χειρογράφων. Εξάλλου, μεγάλο μέρος του υλικού των μοναστηριακών β., το πολυτιμότερο ασφαλώς, αγοράστηκε και μεταφέρθηκε σε ξένες β. από ειδικούς πράκτορες που έστελναν για τον σκοπό αυτό διάφοροι Ευρωπαίοι ηγεμόνες και βιβλιόφιλοι των χρόνων της Αναγέννησης. Από τα μέσα του 18ου αι. άρχισε να ξυπνά κάποιο ενδιαφέρον για τη συντήρηση και τη διασφάλιση των βιβλίων και για την ίδρυση νέων β., ιδίως στα αστικά κέντρα που δημιουργούνταν τα χρόνια εκείνα. Κατά την περίοδο του ελληνικού Διαφωτισμού που ακολούθησε (1770-1821) ιδρύθηκαν οι πρώτες δημόσιες ελληνικές β. (Δημητσάνας, Βυτίνας, Ζακύνθου, Κερκύρας, Κοζάνης, Τιρνάβου, Ζαγοράς, Μηλιών Πηλίου, Χίου κ.ά.). Από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, ιδρύθηκαν δημόσιες ή δημοτικές β. σχεδόν σε όλες τις κύριες πόλεις της Ελλάδας, με βιβλία γενικού περιεχομένου, λογοτεχνικά, ιστορικά κλπ. Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα, δημιουργήθηκαν πολλές δημοτικές, αγροτικές, σχολικές και ενοριακές β. Οι μεγάλες όμως δημόσιες β., εφάμιλλες των ευρωπαϊκών και αμερικανικών, είναι συγκεντρωμένες στην Αθήνα. Εκτός από τις ειδικές (πανεπιστημιακών σπουδαστηρίων, ξένων αρχαιολογικών σχολών, οργανισμών κλπ.) τρεις είναι οι μεγάλες β. που λειτουργούν σήμερα στην Αθήνα: η Εθνική, της Βουλής και η Γεννάδειος. Η Εθνική Bιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1828 στην Αίγινα, την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1834 μεταφέρθηκε στην Αθήνα· αρχικά στον ναό του Αγίου Ελευθερίου, πλάι στη σημερινή μητρόπολη, και από το 1843 στο κτίριο του Πανεπιστημίου. Το 1903 εγκαταστάθηκε οριστικά στο νεοκλασικό κτίριο που χτίστηκε με χορηγία των αδελφών Βαλλιάνων από τον Ερνέστο Τσίλερ, πάνω σε αρχιτεκτονικά σχέδια του Θεόφιλου Χάνσεν. Ο πλούτοςτης Εθνικής β. οφείλεται όχι τόσο στις αγορές νέων βιβλίων, για τις οποίες διατίθενται σχετικά μικρά ποσά, όσο στις μεγάλες δωρεές που κατά καιρούς δέχτηκε, και ιδίως μετά τον νόμο του 1834, που υποχρέωνε κάθε Έλληνα συγγραφέα ή εκδότη βιβλίου, περιοδικού ή εφημερίδας, να καταθέτει από ένα αντίτυπο οποιασδήποτε έκδοσης στη β. Η Εθνική β. έχει πάνω από 1.000.000 τόμους, μεταξύ των οποίων 150 αρχέτυπα, 2.500 παλαιότυπα και πολλές πολύτιμες και δυσεύρετες εκδόσεις. Στο τμήμα χειρογράφων φυλάσσονται έξι πάπυροι, 3.121 κώδικες (9ου αι. και νεότεροι), τρία αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, πολλά πατριαρχικά σιγίλια, διάφορα αρχεία και το πλουσιότατο Ιστορικό Αρχείο των Αγωνιστών του Εικοσιένα (200.000 έγγραφα). Αξιόλογη για τον πλούτο της είναι και η β. της Βουλής, που ιδρύθηκε το 1845 και στεγάστηκε αρχικά στο κτίριο της παλαιάς Βουλής. Το 1935 το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων μεταφέρθηκε στον δεύτερο όροφο των Παλαιών Ανακτόρων. Στο κτίριο της παλαιάς Βουλής παρέμειναν τα βιβλία σχετικά με τη λογοτεχνία, τη θεολογία, τις θετικές επιστήμες, καθώς και οι σειρές των παλαιών εφημερίδων και η β. Ψυχάρη, την οποία είχε δωρίσει ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Συνολικά, η β. της Βουλής έχει 1.000.000 τόμους βιβλίων και περιοδικών. Κατέχει επίσης 241 χειρόγραφους κώδικες και μερικά παλιά ιδιωτικά αρχεία. Λαϊκές β. Στη σύγχρονη εποχή, η ανάγκη μιας ευρύτερης και ταχύτερης διάδοσης της πνευματικής καλλιέργειας και η έντονη εκδοτική δραστηριότητα έδωσαν καινούργια ώθηση στη δημιουργία συλλογών βιβλίων. Ενώ όμως σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν εγκαταλείπεται o πατροπαράδοτος τύπος των β. μέσου και υψηλού πνευματικού επιπέδου, για την εξυπηρέτηση ενός περιορισμένου κύκλου μελετητών, στη Μεγάλη Βρετανία και σε άλλες βόρειες χώρες, ήδη από την εποχή της Μεταρρύθμισης, εμφανίζεται μια προσπάθεια των λουθηρανών να εκλαϊκεύσουν τον πνευματικό πολιτισμό. Και σε αυτή όμως την περίπτωση οι συλλογές βιβλίων –που ανήκαν στην εκκλησία και όχι σε ολόκληρο τον λαό– δεν αποτελούν ακόμα λαϊκές β. με τη σημερινή σημασία της λέξης. Η β. που οργανώνεται πραγματικά για τον λαό γεννήθηκε, και όχι συμπτωματικά, στην Αμερική. Ο αγγλοσαξονικός πολιτισμός, μην έχοντας συνδεθεί με την ουμανιστική παράδοση, η οποία θεωρούσε το βιβλίο πολύτιμο αντικείμενο, προορισμένο για τους λίγους και εκλεκτούς, πρόσεξε πρώτος την ανάγκη μιας πνευματικής καλλιέργειας για τον λαό και βρήκε τον τρόπο να δημιουργήσει τα αναγκαία όργανα για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Κυρίως στην Αμερική, όπου άνθρωποι από διάφορες χώρες και με διαφορετική γλώσσα είχαν αποτελέσει μια κοινότητα, στην οποία όλα έπρεπε να γίνουν από την αρχή, χωρίς πολλούς δεσμούς με το παρελθόν και με πολλά προβλήματα πρακτικής φύσης προς λύση, έγινε αισθητή η ανάγκη να δημιουργηθούν συλλογές βιβλίων που θα ικανοποιούσαν τις πραγματικές ανάγκες. Αν η ιστορία και η οργάνωση των β. μέσου και υψηλού πνευματικού επιπέδου είναι όμοια σχεδόν σε όλες τις χώρες, στον τομέα των λαϊκών β. οι διαφορές είναι τεράστιες. Για τους Αγγλοσάξονες, η λαϊκή β. είναι ένας οργανισμός που γεννιέται από το δημόσιο χρήμα: ο πολίτης πληρώνει για τη δημιουργία της β. του και θέλει να βρει σε αυτή τα βιβλία που του χρειάζονται. Στη Μεγάλη Βρετανία, όπως και στην Αμερική, τις β. αυτές έχουν αναλάβει οι τοπικές αρχές. Η ιστορία της λαϊκής β. αρχίζει στη Νότια Καρολίνα των ΗΠΑ, όπου το 1700 ιδρύθηκε η πρώτη λαϊκή β. και δημοσιεύτηκε ο αρχαιότερος προστατευτικός νόμος για τις β. Την πρωτοβουλία αυτή ακολούθησαν πολλά ιδρύματα του ίδιου τύπου σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια. Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ίδρυσε την Εταιρεία Β. Φιλαδέλφειας (Philadelphia Library Company), η οποία συγκρότησε την πρώτη λαϊκή β. της Βοστόνης. Το σύστημα που υιοθετήθηκε και το οποίο παραμένει σεβαστό στο αμερικανικό πνεύμα και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στις αγγλοσαξονικές χώρες ήταν το σύστημα της ελεύθερης εγγραφής συνδρομητών, που τους έδινε το δικαίωμα της ανάγνωσης των βιβλίων. Είναι το σύστημα των ελεύθερων δημόσιων β. (free public libraries), ελεύθερης και δωρεάν πρόσβασης, στο οποίο ο όρος β. σημαίνει απόθεμα βιβλίων και όχι τον τόπο όπου φυλάσσονται τα βιβλία. Στο μεταξύ, και στη Μεγάλη Βρετανία είχαν εμφανιστεί με τον χαρακτήρα περιοδευουσών β. οι πρώτες συλλογές λαϊκού τύπου. Η αρχαιότερη ήταν εκείνη που ίδρυσε ο Άλαν Ράμσεϊ στο Εδιμβούργο το 1725. Τον επόμενο αιώνα, με την πρωτοβουλία του αιδεσιμότατου Μπίρμπεκ, ιδρύθηκαν σε μεγάλη έκταση τα ινστιτούτα μηχανικής (mechanics institutes), είδος βιομηχανικών σχολών, που η καθεμία έπρεπε να είναι εφοδιασμένη με τη δική της β. Αυτό συνέβαλε στην ανύψωση του πολιτιστικού επιπέδου των εργατών και στο να γίνεται ολοένα και ζωηρότερο το αίτημα για τη δημιουργία λαϊκών β. για κάθε κατηγορία. Επιφανείς πολίτες υιοθέτησαν τα αιτήματα αυτά και, έπειτα από διάφορες προσπάθειες και κοινοβουλευτικές διαμάχες, ψηφίστηκε το 1850 η πρώτη νομοθετική πράξη (Bill Ewart) που ρύθμιζε την υποχρεωτική συγκρότηση και τη χρήση β. για τον λαό. Ο νόμος ονομάστηκε έτσι από τον Γουίλιαμ Γιούαρτ ο οποίος, μαζί με τον Έντουαρτ Έντουαρντς, υπήρξε ο κύριος υποστηρικτής του. Από τότε χρονολογείται η διάδοση των ελεύθερων δημόσιων β. σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. H πρώτη ιδρύθηκε στο Μάντσεστερ και εγκαινιάστηκε πανηγυρικά το 1852 με την παρουσία των πιο έγκυρων προσωπικοτήτων της Αγγλίας: ο Ντίκενς και ο Θάκερεϊ εκφώνησαν τους λόγους των εγκαινίων. Κατά το παράδειγμα της ALA (American Library Association), που είχε ιδρυθεί το 1877 στις ΗΠΑ, συγκροτήθηκε στην Αγγλία η Library Association και σε αυτές τις εταιρείες οφείλεται η συνεχής και σταθερή πρόοδος που σημείωσαν οι λαϊκές β. τον 20ό αι. Η επέκταση και η ίδρυση διαφόρων β., πολιτιστικές πρωτοβουλίες, οι περιοδεύουσες β. (books wagons) καθώς και το ενδιαφέρον και η οικονομική βοήθεια διαφόρων οργανισμών, όπως τα ιδρύματα Κάρνεγκι και Ροκφέλερ (στην Κάρνεγκι, π.χ., οφείλεται το δίκτυο των λαϊκών β. στην ύπαιθρο). Ενώ οι β. του ίδιου αυτού τύπου διαδίδονταν στην Ισλανδία, στον Καναδά και στη Νέα Ζηλανδία, στην Ευρώπη η εξέλιξή τους δεν παρουσίασε τις ίδιες αναλογίες και κυρίως δεν είχε την ίδια μορφή. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε το Βέλγιο, όπου από τα μέσα του 19ου αι. ιδρύθηκαν λαϊκές β. αγγλοσαξονικού τύπου. Οι λαϊκές β. οργανώνονται σήμερα με τις πιο εκσυγχρονισμένες μεθόδους ακόμα και στις πιο καθυστερημένες περιοχές. Μερικές διαθέτουν ειδικά αυτοκίνητα (bibliobus)που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σχολικές και παιδικές β.Οι πρώτες β. αυτής της μορφής δημιουργήθηκαν τον 19ο αι., σχεδόν ταυτόχρονα με τις λαϊκές β. και, όπως αυτές, εξέφρασαν μια νέα αντίληψη σχετικά με την πνευματική καλλιέργεια και την εκπαίδευση. Η σχολική β., είτε είναι κεντρική ή κάθε τάξης χωριστά, έχει μια εντελώς δική της συγκρότηση, γιατί πρέπει να ικανοποιεί τις ανάγκες της έρευνας και να μπορούν να τη συμβουλεύονται οι μαθητές, αλλά συγχρόνως και να τους παρακινεί να αγαπούν το καλό βιβλίο και το διάβασμα. Έχοντας κύριο προορισμό να χρησιμεύει ως εποπτικό μέσο διδασκαλίας, η σχολική β. έχει διαφορετικούς κανονισμούς και συγκρότηση, ανάλογα με τις διάφορες χώρες και τις μεθόδους διδασκαλίας που εφαρμόζονται σε κάθε σχολείο. Αντίθετα, η παιδική β. είναι σύγχρονος οργανισμός, αυτόνομος και ειδικευμένος, κυρίως αγγλοσαξονικής έμπνευσης, ο οποίος σε κατάλληλους χώρους θέτει στη διάθεση των νέων βιβλία που μπορούν να τα πάρουν στο σπίτι ή να τα διαβάζουν επιτόπου, με τη βοήθεια εύχρηστων καρτελών και προσωπικού με μεγάλη ειδίκευση. Από τις πρώτες β. για παιδιά πρέπει να αναφερθούν η β. που ίδρυσε το 1803 ο Κάλεμπ Μπίνιαμ στο Σόλσμπερι και η β. για νέους που ίδρυσε το επόμενο έτος ο Τζέσε Τόρεϊ στο Νιου Λέμπανον της Νέας Υόρκης. Σήμερα, το μεγαλύτερο δίκτυο παιδικών β. υπάρχει στις ΗΠΑ και στη Μεγάλη Βρετανία, μολονότι πολυάριθμες τέτοιες β. υπάρχουν και σε άλλες χώρες, όπως στο Βέλγιο, στη Βραζιλία, στη Γερμανία, στη Σουηδία και στη Ρωσία. Στην περίφημη β. του Σάο Πάολο, Ο παράδεισος των παιδιών, υπάρχει ακόμα και τμήμα 400 βιβλίων με το σύστημα γραφής Μπράιγ για τα τυφλά παιδιά. Μπορούν επίσης στη β. αυτή να ακούσουν μουσική, να δώσουν θεατρικές παραστάσεις, να ζωγραφίσουν και να εκδώσουν δική τους εφημερίδα σε ειδικό εύχρηστο αλλά σχετικά πλήρες τυπογραφείο. Η αίθουσα Σίξτου Ε’ στην Αποστολική Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Αίθουσα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού. Η Βιβλιοθήκη Εσκοριάλ, κοντά στη Μαδρίτη (φωτ. Len Sirman). Η Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας στη Μόσχα (φωτ. Len Sirman). Αίθουσα βιβλιοθήκης: οι τόμοι των βιβλίων είναι ταξινομημένοι κατά επιστήμες, θεωρητικές ή θετικές, τέχνες κλπ. Στις μεγάλες βιβλιοθήκες είναι σχετικά εύκολο να βρει κανείς σήμερα βιβλία οποιουδήποτε περιεχομένου από κάθε χώρα, στο πρωτότυπο ή σε μεταφράσεις. Η Εθνική Βιβλιοθήκη, στο κέντρο της Αθήνας, διαθέτει πάνω από 1.000.000 τόμους, μεταξύ των οποίων 150 αρχέτυπα, 2.500 παλαιότυπα και πολλές πολύτιμες και δυσεύρετες εκδόσεις (φωτ. Όθωνα Τσουνάκου).
* * *
η (AM βιβλιοθήκη)
1. συλλογή βιβλίων με ορισμένη ταξινόμηση
2. έπιπλο ειδικά κατασκευασμένο για την τοποθέτηση βιβλίων
3. οίκημα στο οποίο στεγάζονται συλλογές βιβλίων
νεοελλ.
1. σειρά βιβλίων που αναφέρονται σε ορισμένο θέμα ή επιστήμη ή εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη
2. φρ. «κινητή βιβλιοθήκη» — ο πολυμαθής
αρχ.
αρχείο επίσημης αναγραφής γεγονότων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλίον + θήκη. Το ελλ. βιβλιοθήκη μέσω του λατ. bibliotheca εισήλθε και στην ξένη ορολογία
πρβλ. γαλλ. bibliotheque, γερμ. Bibliothek].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.